Πειραματική Αρχαιολογία και Αρχαίες Τέχνες, Πολεμικές και Κοινωνικές
500 π.Χ. έως 1815 μ.Χ.
Navigation |
Ορολογία
Αυθεντικότητα: Ένα μέτρο του πόσο ένα αντικείμενο, πράξη, όπλο, ή έθιμο πλησιάζει σε αυτό που θα χρησιμοποιείτο ή θα γινόταν στην εποχή που αναπαριστάται.
Πειραματική Αρχαιολογία: Πειραματική αρχαιολογία είναι μια διαδικασία όπου η ιστορική αναβίωση χρησιμοποιείται για την έρευνα ιστορικών γεγονότων.
Για να είναι βιώσιμη αυτή η μεθοδολογία της ιστορικής έρευνας, πρέπει να ικανοποιούνται κάποια κριτήρια:- Το μέγεθος και η έκταση πρέπει να είναι κατάλληλα. Για παράδειγμα, δύο ιστορικοί αναβιωτές μπορούν να χρησιμοποιήσουν εργαλεία, σπόρους από ιστορικές ποικιλίες, παλιές ράτσες ζώων και ιστορικά τεκμηριωμένες τεχνικές για να καθορίσουν πόσα στρέμματα μπορούσαν να σπαρθούν σε μία μέρα. Ωστόσο, μια απόπειρα να χρησιμοποιηθεί η πειραματική αρχαιολογία για την εξακρίβωση της απόστασης που θα κάλυπτε μια φάλαγγα μεραρχίας του Αμερικανικού Εμφυλίου, και η ταχύτητα με την οποία θα κινούνταν σε ορισμένο έδαφος, δε θα ήταν εύστοχη. Δε θα ήταν δυνατό να εξασφαλιστούν αρκετές άμαξες, υποζύγια και εξειδικευμένοι ζευγολάτες ώστε να αναπαρασταθεί μια φάλαγγα, καθώς θα κάλυπταν αρκετά μίλια ενός χωματόδρομου της εποχής.
- Πρέπει να υπάρχει ένα αυστηρά καθορισμένο ζήτημα προς έρευνα. Η εξακρίβωση της ποσότητας καυσόξυλων και ο χρόνος που απαιτείται για τη δημιουργία ορισμένης ποσότητας κάρβουνων θα ήταν κατάλληλη. Ή ο έλεγχος της ακρίβειας πολεμικών όπλων με τοποθέτηση στόχων σε συγκεκριμένη απόσταση θα ταίριαζε. Όμως η εξακρίβωση της ποσότητας των υλικών και ο χρόνος που θα απαιτούσε η λειτουργία ενός καμινιού του Αμερικανικού Εμφυλίου δε θα ήταν πρακτική, απλά και μόνο λόγω του μεγέθους της επιχείρησης και των κινδύνων που ελλοχεύει η λειτουργία ενός καμινιού που παράγει λιωμένο σίδηρο.
Οπλίτης: Στην κλασική Ελλάδα, ο βαριά οπλισμένος στρατιώτης που φέρει την κυκλική, κοίλη ασπίδα και μάχεται στη φάλαγγα. Αντιπροσωπεύουν τη μεσαία τάξη των ελεύθερων πολιτών στις περισσότερες πόλεις, και ενώ από κάποιες πλευρές μοιάζουν με τους μεσαιωνικούς ιππότες, είναι επίσης η πολιτοφυλακή, αποτελούμενοι από τεχνίτες και μικροκαλλιεργητές. Στην πρώιμη Κλασσική περίοδο, ένας άντρας με μόλις δώδεκα στρέμματα καλλιεργούμενης γης, αναμενόταν να μπορεί να προμηθευτεί την ασπίδα του και να υπηρετήσει ως οπλίτης.
Εμβάθυνση: Η διαδικασία με την οποία οι re-enactors και ιστορικοί αναβιωτές προσπαθούν να περιβάλουν τους εαυτούς τους με τη θέα, τους ήχους, την κουλτούρα και τη φυσική πραγματικότητα του παρελθόντος τόσο επιτυχώς ώστε η εμπειρία να γίνει τόσο βαθιά που να επιτρέπει στον re-enactor να έχει «ενόραση» μέσα στο παρελθόν. Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί μια αναπαράσταση της Ρώμης του 3ου αι. τόσο πιστά ώστε να «εμβαθύνει» στην πόλη, αλλά δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστεί μια ομάδα re-enactor του 18ου αι. να επιχειρούν για μια εβδομάδα στην άγρια φύση της οροσειράς Adirondack για να εμβαθύνουν στη ζωή μιας περιπόλου του 18ου αι. (Το κάνουμε αυτό κάθε χρόνο.)
Διανοητικός Πολιτισμός: Η διανοητική ιστορία αναφέρεται στη μελέτη της συναφούς εξέλιξης των κοινωνικών, φιλοσοφικών, επιστημονικών, πολιτικών και οικονομικών ιδεών, ιδεολογιών και ομιλίας. Ο ορισμός μπορεί να διευρυνθεί για να συμπεριλάβει την ιστορία πολιτισμών, κοινωνιών και κοινωνικών κινημάτων που βασίζονται σε κοινές ιδέες. Στη σύγχρονη ακαδημαϊκή ορολογία, ο όρος κατέληξε να χρησιμοποιείται σε σχέση με την ιστορία
Στην Οπλολογία χρησιμοποιούμε τον όρο «διανοητική ιστορία» και «διανοητικός πολιτισμός» όταν αναφερόμαστε στην ιστορία των ιδεών και τον τρόπο που επηρεάζουν την κοινωνία.
Υλικός Πολιτισμός: Ο υλικός πολιτισμός αναφέρεται στον ψυχολογικό ρόλο, το νόημα που όλα τα φυσικά αντικείμενα έχουν σε κάθε δεδομένο πολιτισμικό περιβάλλον, καθώς επίσης και στο εύρος των κατασκευασμένων αντικειμένων που είναι τυπικά μιας κουλτούρας και τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτισμικής ταυτότητας.